Arthur Rimbaud - Une saison en enfer - 002 - Mauvais sang 01 (Greek translation)

French

Une saison en enfer - 002 - Mauvais sang 01

. . J’ai de mes ancêtres gaulois l’œil bleu blanc, la cervelle étroite, et la maladresse dans la lutte. Je trouve mon habillement aussi barbare que le leur. Mais je ne beurre pas ma chevelure.
 
. . Les Gaulois étaient les écorcheurs de bêtes, les brûleurs d’herbes les plus ineptes de leur temps.
 
. . D’eux, j’ai : l’idolâtrie et l’amour du sacrilège ; — oh ! tous les vices, colère, luxure, — magnifique, la luxure ; — surtout mensonge et paresse.
 
. . J’ai horreur de tous les métiers. Maîtres et ouvriers, tous paysans, ignobles. La main à plume vaut la main à charrue. — Quel siècle à mains ! — Je n’aurai jamais ma main. Après, la domesticité même trop loin. L’honnêteté de la mendicité me navre. Les criminels dégoûtent comme des châtrés : moi, je suis intact, et ça m’est égal.
 
. . Mais ! qui a fait ma langue perfide tellement, qu’elle ait guidé et sauvegardé jusqu’ici ma paresse ? Sans me servir pour vivre même de mon corps, et plus oisif que le crapaud, j’ai vécu partout. Pas une famille d’Europe que je ne connaisse. — J’entends des familles comme la mienne, qui tiennent tout de la déclaration des Droits de l’Homme. — J’ai connu chaque fils de famille !
 
Submitted by Guernes on Wed, 01/11/2017 - 12:09
Last edited by Guernes on Thu, 09/11/2017 - 17:12
Align paragraphs
Greek translation

Βρομικο αιμα 01

. . Απ’ τους προγόνους μου του Γαλάτες, κατέχω τα χλωμά γαλάζια μάτια μου, η στενοκεφαλιά και η αδεξιότητα μου στη μάχη. Τα ενδύματα μου είναι τόσο βαρβαρικά όσο και τα δικά τους. Tα μαλλιά μου όμως, αλίγδωτα τ’ αφήνω.
 
. . Οι Γαλάτες ήταν ζωογδάρτες και οι πιο αδέξιοι αχυροξηραντές της εποχής τους.
 
. . Από αυτούς κληρονόμησα την ειδωλολατρία και την αγάπη μου για ανοσιουργήματα – Ω! και όλα τα είδη της βίας, το θυμό, την ακολασία- υπέροχη που’ ναι, την απόλαυση: – και προ πάντων το ραχάτι και την τεμπελιά.
 
. . Κάθε είδους τέχνες με τρομοκρατούν. Αφεντικά και εργάτες, όλοι τους χωριάτες, ταπεινής καταγωγής. Το χέρι που βαστά την πέννα είναι ισάξιο αυτού που κρατά τ’ αλέτρι. Τί χειρωνακτική εποχή! Ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσω τα χέρια μου. Έτσι κι αλλιώς η νοικοκυροσύνη φαντάζει μακριά μου. Η εντιμότητα της ζητιανιάς με θλίβει. Οι εγκληματίες είναι τόσο αηδιαστικοί όσο και οι ευνούχοι· Παραμένω ανέγγιχτος, κι όλα το ίδιο μου κάνουν.
 
. . Αλλά ποιός κατέστησε τη γλώσσα μου τόσο αναξιόπιστη, ώστε μέχρι τώρα με καθοδήγησε και με κράτησε αδρανή; Ούτε καν το ίδιο μου το σώμα δε χρησιμοποίησα για να τα καταφέρω, πιο αργόσχολος και από έναν φρύνο, έζησα παντού. Ούτε μια οικογένεια υπάρχει στην Ευρώπη που να μη γνωρίζω. Μιλώντας για οικογένειες εννοώ, φαμίλιες σα τη δική μου, που χρωστούν τα πάντα στη Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με γιους πρωτότοκους κάθε φαμίλιας ξάπλωσα.
 
© Christian Guernes
Submitted by Guernes on Thu, 14/12/2017 - 18:00
Comments