Arthur Rimbaud - Une saison en enfer - 015 - Délires - II - Alchimie du verbe 04 (Greek translation)

French

Une saison en enfer - 015 - Délires - II - Alchimie du verbe 04

. . La vieillerie poétique avait une bonne part dans mon alchimie du verbe.
 
. . Je m’habituai à l’hallucination simple : je voyais très-franchement une mosquée à la place d’une usine, une école de tambours faite par des anges, des calèches sur les routes du ciel, un salon au fond d’un lac ; les monstres, les mystères ; un titre de vaudeville dressait des épouvantes devant moi.
 
. . Puis j’expliquai mes sophismes magiques avec l’hallucination des mots.!
 
. . Je finis par trouver sacré le désordre de mon esprit. J’étais oisif, en proie à une lourde fièvre : j’enviais la félicité des bêtes, — les chenilles, qui représentent l’innocence des limbes, les taupes, le sommeil de la virginité !
 
. . Mon caractère s’aigrissait. Je disais adieu au monde dans d’espèces de romances :
 
            CHANSON DE LA PLUS HAUTE TOUR.
 
            Qu’il vienne, qu’il vienne,
            Le temps dont on s’éprenne.
 
            J’ai tant fait patience
            Qu’à jamais j’oublie.
            Craintes et souffrances
            Aux cieux sont parties.
            Et la soif malsaine
            Obscurcit mes veines.
 
            Qu’il vienne, qu’il vienne,
            Le temps dont on s’éprenne.
 
            elle la prairie
            À l’oubli livrée,
            Grandie, et fleurie
            D’encens et d’ivraies,
            Au bourdon farouche
            Des sales mouches.
 
            Qu’il vienne, qu’il vienne,
            Le temps dont on s’éprenne.
 
. . J’aimai le désert, les vergers brûlés, les boutiques fanées, les boissons tiédies. Je me traînais dans les ruelles puantes et, les yeux fermés, je m’offrais au soleil, dieu de feu.
 
. . « Général, s’il reste un vieux canon sur tes remparts en ruines, bombarde-nous avec des blocs de terre sèche. Aux glaces des magasins splendides ! dans les salons ! Fais manger sa poussière à la ville. Oxyde les gargouilles. Emplis les boudoirs de poudre de rubis brûlante… »
 
. . Oh ! le moucheron enivré à la pissotière de l’auberge, amoureux de la bourrache, et que dissout un rayon !
 
            FAIM.
 
            Si j’ai du goût, ce n’est guère
            Que pour la terre et les pierres.
            Je déjeune toujours d’air,
            De roc, de charbons, de fer.
 
            Mes faims, tournez. Paissez, faims,
               Le pré des sons.
            Attirez le gai venin
               Des liserons.
 
            Mangez les cailloux qu’on brise,
            Les vieilles pierres d’églises ;
            Les galets des vieux déluges,
            Pains semés dans les vallées grises.
 
            ***
 
            Le loup criait sous les feuilles
            En crachant les belles plumes
            De son repas de volailles :
            Comme lui je me consume.
 
            Les salades, les fruits
            N’attendent que la cueillette ;
            Mais l’araignée de la haie
            Ne mange que des violettes.
 
            Que je dorme ! que je bouille
            Aux autels de Salomon.
            Le bouillon court sur la rouille,
            Et se mêle au Cédron.
 
. . Enfin, ô bonheur, ô raison, j’écartai du ciel l’azur, qui est du noir, et je vécus, étincelle d’or de la lumière nature. De joie, je prenais une expression bouffonne et égarée au possible :
 
            Elle est retrouvée !
            Quoi ? l’éternité.
            C’est la mer mêlée
               Au soleil.
 
            Mon âme éternelle,
            Observe ton vœu
            Malgré la nuit seule
            Et le jour en feu.
 
            Donc tu te dégages
            Des humains suffrages,
            Des communs élans !
            Tu voles selon.....
 
            — Jamais l’espérance.
               Pas d’orietur.
            Science et patience,
            Le supplice est sûr.
 
            Plus de lendemain,
            Braises de satin,
               Votre ardeur
               Est le devoir.
 
            Elle est retrouvée !
            — Quoi ? — l’Éternité.
            C’est la mer mêlée
               Au soleil.
 
Submitted by Guernes on Sat, 04/11/2017 - 19:50
Last edited by Guernes on Thu, 09/11/2017 - 17:47
Align paragraphs
Greek translation

Παραληρημα - ΙΙ - Η αλχημεια του λογου 04

. . Το παλιομοδίτικο στυλ ποίησης έπαιξε πάντα έναν σημαντικό ρόλο στην αλχημεία του λόγου μου.
 
. . Εθίστηκα στις στοιχειώδεις παραισθήσεις: Θα μπορούσα ξεκάθαρα να διακρίνω ένα μουσουλμανικό τέμενος αντί ενός εργοστασίου, μία ορδή αγγέλων τυμπανιστών, άμαξες με άλογα στα μονοπάτια τ’ ουρανού, ένα ατελιέ στο βυθό μιας λίμνης· σημεία και τέρατα. Ο τίτλος μίας επιθεώρησης με γέμισε δε δέος.
 
. . Και έτσι εξήγησα τις μαγικές σοφιστείες μου μεταγράφοντας τις λέξεις σε οράματα!
 
. . Τελικά, άρχισα να θεωρώ την αναταραχή του μυαλού μου ως ιερό πράγμα. Αδρανούσα χτυπημένος από ένα τυραννικό πυρετό: Φθόνησα την ευδαιμονία των ζώων – κάμπιες, οι οποίες απεικονίζουν την αθωότητα της αγέννητης ψυχής, τυφλοπόντικες, ο λήθαργος της παρθενίας!
 
. . Ξίνισα. Αποχαιρέτησα τον κόσμο με σχεδιάσματα σα μπαλάντες:
 
            ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΙΟ ΨΗΛΟΥ ΠΥΡΓΟΥ
 
            Σιμώνει, σιμώνει
            η εποχή που θα παρθούμε
 
            Τόσο πολύ περίμενα
            Λησμόνησα τα πάντα
            Φόβοι και βάσανα
            στους ουρανούς χαθήκαν
            και μια δίψα αρρωστημένη
            θολώνει τις φλέβες μου.
 
            Σιμώνει, σιμώνει
            η εποχή που θα παρθούμε
 
            Σαν λιβάδι που το
            σκεπάζει η λήθη
            κατάφυτο και ανθισμένο
            λιβάνια και ζιζάνια,
            στο τρελό βουητό
            των αλογόμυγων.
 
            Σιμώνει, σιμώνει
            η εποχή που θα παρθούμε
 
. . Αγάπησα την έρημο, τους ξερούς οπωρώνες, τα φτηνομάγαζα, τα δυνατά ποτά. Σύρθηκα στους δημόσιους δρόμους και με κλειστά τα μάτια παραδόθηκα στον ήλιο, στο Θεό της Φωτιάς.
 
. . «Στρατηγέ: αν σας περίσσεψε κάποιο κανόνι στα ερείπια των προμαχώνων σας, ρίξε μας σβώλους και σμυρίγλια γης ξερής. Σπάστε τις βιτρίνες των πολυτελών καταστημάτων! Και τα ατελιέ! Κάντε την πόλη να φαει τη σκόνη της. Οξειδώστε τους φτερωτούς δαίμονες που στέκουν στις υδρορροές. Γεμίστε τα μπουντουάρ με τη φλογερή σκόνη των ρουμπινιών…»
 
. . Ω! Η σκνίπα! Μεθυσμένος στα ουρητήρια του πανδοχείου, ερωτοχτυπημένος με νηπενθές που μια αχτίδα φωτός διαλύει!
 
            ΠΕΙΝΑ
 
            Και να’ χα όρεξη, μόλις και μετά βίας
            Γεύση γης και πέτρας
            Πάντα ελαφρά γευματίζω χωρίς να εξαντλώ
            Το βράχο, το κάρβουνο και το σίδερο.
 
            Η πείνα μου ανάβει, τροφή, πείνα,
               Του αγρού ο ήχος
            Ρουφήξτε το ζωντανό φαρμάκι
               Βοτανίζοντας.
 
            Φάτε τις πέτρες που αυτός σπάζει
            Αρχαίες πέτρες εκκλησιών
            Βότσαλα κατακλυσμών παλαιών,
            Καρβέλια σπαρμένα σε γκρίζες κοιλάδες.
 
            ***
 
            Κάτω απ’ τις φυλλωσιές
            Ο Λύκος ούρλιαξε φτύνοντας φτερά                 πολύχρωμα
            Από το συμπόσιο των πτηνών
            Κι όπως αυτός, ίδια καταβροχθίστηκα.
 
            Φρούτα και χορταρικά έτοιμα να συλλεχθούν
            Αλλά η αράχνη στο φράχτη απάνω
            Τρώγει βιολέτες μόνο.
 
            Έτσι αποκοιμήθηκα!
            Έτσι θυσιάστηκα
            Στους βωμούς του Σολόμωντα
            Ποτίζοντας το χώμα με σκουριά
            Και ανθίζοντας Κέδρους.
 
. . Επιτέλους, ω ευτυχία, ω σκοπέ, παραμέρισα το σκούρο μπλε του ουρανού, που μοιάζει με σκοτάδι, και ως χρυσός σπινθήρας στο φως της φύσης έζησα. Και πάνω στη χαρά μου, το πιο κωμικό, μα και συνάμα όσο πιο έξαλλο μπορούσα πήρα ύφος:
 
            Ανακτήθηκε!
            Τι; Η Αιωνιότητα.
            Είναι που αναμίχθηκε η θάλασσα
               Με ήλιο.
 
            Ω! Η αιώνια ψυχή μου,
            Τήρησε τους όρκους αψηφώντας
            Τις μοναχικές νύχτες
            Και τις αναμμένες μέρες.
 
            Έτσι θα απελευθερωθείς
            Απ΄ την ανθρώπινη ψήφο
            Από τις κοινές επιδιώξεις
            Πέταξε σύμφωνα με…
 
            Καμιά ελπίδα
               Μήτε ανάταση
            Επιστήμη και Υπομονή
            Σίγουρο είναι το βασανιστήριο
 
            Κανένα αύριο για να θυμόμαστε,
            Απομεινάρια Σατινένια
               Η ζηλευτή αγνότητα
               Θέτει το καθήκον.
 
            Ανακτήθηκε!
            Τι; Η Αιωνιότητα.
            Είναι η θάλασσα π΄ αναμίχθηκε
               Με ήλιο.
 
© Christian Guernes
Submitted by Guernes on Fri, 15/12/2017 - 19:36
Comments