Femu Cassadori (превод на Гръцки)

Advertisements
Сардински

Femu Cassadori

Femu cassadori, e tenemu scupetta
E mai una betta — emu potziu cassai.
 
Ah! ita fortuna cust'orta appu tentu!
Sendir'arziendi ind'una muntagnedda,
Andendur'a cassa po divertimentu,
Incontru passendiri una bettixedda
Tanti bellixedda - sartiendi in s'arrocca,
Beni fatt'e conca - de corpus gratziosa;
Fiat grandu cosa - su ddi ponni avatu;
M'aturu unu tratu - po dda cuntemplai.
 
Po dda cuntemplai - m'aturu unu pagu
Po dda biri sola sartiend'e gioghendi;
M'arrimu a su truncu de unu bell'imbragu,
Po mi benni a tiru femu castiendi,
Ma cunsiderendi - comenti pasciat,
Mali mi pariat - su dda tenni morta:
Resolvu de un' 'orta - de no dda bociri,
Dd'olemu sighiri - sentz' 'e dda sparai.
 
Dd'olemu sighiri - fìnzas aund'andàt
Sentz'e mi dda perdi de vista un'istanti,
A dognia parti issa si castiàt,
Po chi cassadori non fessit ananti,
Ma deu costanti - in cudd' idea mia
Sighemu in sa bia - ch'issa caminàt
Si si furriàt - deu m'acuamu,
I attesu nd'andamu - po no m'osservai.
 
Po no m'osservai — de cussas alturas,
E de un'altu boscu prenu de spinas,
Deu dd'aspettamu in mesu a is pranuras,
Po dda ferri beni asutta de sa schina:
Ma issa mischina - sa morti timendi,
Andàt scartendi - cuddu logu claru,
Po tenni reparu - de no essi bista,
Caminendi crispa - po no dda ciapai.
 
Caminendi crispa - in cussu montixeddu,
E scurta scurta senz' 'e si fidai;
Ita fazzu deu, senza de cerbeddu
Su passu de pressi mi pongu avanzai;
A si furriai - benit a mi biri;
Scapat a fuiri - coment'e unu lampu,
Fuit de su campu - a mesu su padenti,
Sentz'e sciri comenti - dda podi incontrai.
 
No sciemu comenti - prus dda podi biri
Cun disisperu de s'anima mia;
Si de una parti dd'olemu sighiri,
Mirendu s'arrastu, a bortas ddu perdiat;
De tali genia - passu meda rau;
Sentendu su fattu - de m'essi incrarau;
Non perdu coidau - camminu de pressi,
Penzendi ch'iad essi - in logh'e riposai.
 
Penzendi, ch'iad essi - comenti giai fiat,
Asutt'e una matta dda biu discanzendu,
Dda miru, e m'acattu chi prus no podiat
Scampai de mei, mischina, currendu;
Dda biu dormendu - cun grandu durciura;
Biu s’ermosura – mi ndi parit mali,
Chi corpu fatali - ddi trunchit sa vida:
Senza de ferida - dd'olemu gosai.
 
Chi si est dormida - dda scidu in cust'ora...
Mi ndi cumpassivu, e ndi tengu piedadi,
Custa betta mia dd'arriservu ancora,
Biendu chi portat tanti giustedadi,
Canzau giai m'at - ma est gratziosa,
No est mellus cosa - de dda biri gioghendu.
Est lesta sartiendu - est med'attrattiva;
Chi a prusu m'attriva - no mi fait prexeri;
Giai ndi seu meri - no dd'ollu sparai.
 
Пуснато от HampsicoraHampsicora в Пон, 04/02/2019 - 17:37
Коментари на автора:

Femu cassadori (Efis Pintor Sirigu, Cagliari 1765 - 1814)

превод на Гръцки
Подравни параграфите
A A

Ήμουν Ένας Κυνηγός

Ήμουν ένας κυνηγός, κι είχα ένα ντουφέκι Και ποτέ δε θα μπορούσα — να πιάσω ένα θηλυκό ελαφάκι.
 
Ω! τι τύχη είχα αυτή τη φορά! Ενώ σκαρφάλωνα ένα βουναλάκι, Πηγαίνοντας να κυνηγήσω για πλάκα, Συνάντησα ένα μικρό θηλυκό ελαφάκι που περνούσε
Αυτό ήταν τόσο όμορφο - πηδούσε πάνω σ’ ένα βράχο, Αυτό είχε ένα εύμορφο κεφάλι - ένα ευλογημένο σώμα, Ήταν ένα υπέροχο πράγμα - να το ακολουθείς, Σταματώ για λίγο - να το θαυμάσω.
 
Να το θαυμάσω - σταματώ για λίγο Να το δω να πηδάει και να παίζει μόνο του, Ακουμπώ σ’ ένα σκιώδες δέντρο, Κοίταζα να βάλω στόχο, Αλλά λαμβάνοντας – υπ’ όψιν πως βοσκούσε, Μου φάνηκε άδικο - να το κάνω να πεθάνει: Στο τέλος αποφασίζω - να μη το σκοτώσω, Ήθελα να το ακολουθήσω - δίχως να το πυροβολήσω.
 
Ήθελα να το ακολουθήσω - οπουδήποτε πάει Δίχως να χάσω θέαμα ούτε στιγμή, Έβλεπε τριγύρω απ’ όλες τις πλευρές, Για να δει αν κάποιος κυνηγός ήταν εκεί μπροστά, Αλλά κράτησα – σταθερή πορεία - Ακολούθησα το δρόμο που πήγαινε - Αν γυρίσει τριγύρω - κρύφτηκα, Έφυγα μακριά - για να μη φανώ.
 
Να μη φανώ – απ’ αυτό το ψηλό έδαφος, Και από τα ψηλά ξύλα γεμάτα αγκάθια, Το περίμενα μέσα σε μια πεδιάδα, Για να το τραυματίσω πίσω στη πλάτη του: Αλλά αυτό - καημένο μικρό - φοβάται να πεθάνει, Πηγαίνει ευθεία αποφεύγοντας εκείνο το καθαρό μέρος.
 
Περπατώντας γρήγορα - σ’ αυτό το βουναλάκι, Και τεντώνοντας τ’ αυτί, δίχως να εμπιστεύεται, τι να κάνω εγώ δίχως μυαλό,
περνά με γρήγορο βήμα γυρίζει, με βλέπει - το βάζει στα πόδια αποφεύγοντας με όπως μια αστραπή, Απέφυγε τη πεδιάδα - στο μέσο του δάσους, Δίχως εγώ να ξέρω πως θα μπορέσω να το βρω.
 
Δε γνωρίζω - πως μπορώ να το ξαναδώ Η ψυχή μου ήταν απελπισμένη, Αν για μια στιγμή ήθελα να τ’ ακολουθήσω, Παρακολουθώντας τα ίχνη, καμιά φορά τα χάνω, Μ’ αυτό το τρόπο - περνάει πολύς καιρός, Νοσταλγώντας το γεγονός – τ’ ότι είμαι εκτεθειμένος, δε μένω πίσω - με βιαστικό βήμα, Νομίζοντας ότι ήταν - σε κάποιο μέρος για να ξεκουραστεί.
 
Νομίζοντας, ότι ήταν - όπως ήταν στη πραγματικότητα, Το βλέπω να ξεκουράζεται, Κάτω από ένα δέντρο, Το βλέπω, κι αντιλαμβάνομαι ότι δε θα μπορούσε πια, να γλιτώσει από μένα τρέχοντας, καημένο,
Το βλέπω να κοιμάται με πολλή γλυκύτητα, βλέπω την ομορφιά - με στεναχώρησε πολύ, ότι ένα θανατηφόρο χτύπημα του αφαίρεσε τη ζωή: Δίχως κάποια λαβωματιά - ήθελα να τ’ απολαύσω.
 
Αν είναι αποκοιμισμένο - το ξυπνάω αμέσως... Το λυπάμαι, και δεν έχω έλεος, Αυτή η ελαφίνα μου την αφήνω απείραχτη ξανά, Βλέποντας ότι έχει πολλή εντιμότητα, Έχει ήδη κουραστεί - αλλά είναι μεγαλοπρεπές, Δεν υπάρχει τίποτα το καλύτερο - να τη βλέπεις να παίζει. Είναι γρήγορη - όταν πηδάει1 και πολύ ελκυστική, Δε λυπάμαι να το τολμήσω - πια αυτό, Είμαι ήδη κύριος - δε θέλω να τη πυροβολήσω.
 
  • 1. κάνει άλμα
Пуснато от ГостГост в Съб, 20/12/2014 - 15:35
See also
Коментари
GuestGuest    Съб, 20/12/2014 - 16:37

Oh, yes I know! Teeth smile Thank you! Regular smile