✕
Язык:
Греческий
Του νεκρού αδελφού 1 транслитерация
Μάνα με τους εννιά τους γιους και τις εννιά νυφάδες
είχε και την Αρετή της μοναχοθυγατέρα,
την κόρη την μονάκριβη, την πολυαγαπημένη
την είχε δώδεκα χρονώ κι ο ήλιος δεν την είδε.
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα την χτενίζει
στ' αστρί και στον Αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Νύφη την εζητήσανε πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δεν θέλανε κι η μάνα της δεν θέλει.
Ο Κώστας ο μικρότερος θέλει για να την δώσει.
- Μάνα μου ας την δώσουμε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
να 'χω κι εγώ παρηγοριά, να 'χω και 'γω κονάκι,
κι αν πάμε μεις την ξενιτιά ξένοι να μην περνούμε.
- Φρόνιμος είσαι Κωνσταντή, μ 'ασχημα απεκρίθης.
Κι αν μου 'ρθει γιε μου θάνατος, κι αν μου 'ρθει γιε μ' αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα ή χαρά, ποιος πάει να μου την φέρει;
- Βάνω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα ή χαρά εγώ θα σου την φέρω,
το καλοκαίρι τρεις φορές και το χειμώνα πέντε.
Και δώσανε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι
απέθαναν οι εννιά οι γιοι και οι εννιά νυφάδες.
Έμεινε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο,
σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ όλα μοιρολογούσε,
στου Κωνσταντίνου το μνημιό τραβούσε τα μαλλιά της:
- Ανάθεμά σε Κωνσταντή και μυριανάθεμά σε
όπου μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα
το τάξιμο που μου 'ταξες, πότε θα μου το κάμεις
τον ουρανό 'βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα ή χαρά να πας να μου την φέρεις.
Από το μυριανάθεμα κι απ΄ τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωνσταντής εβγήκε.
Ρίχνει την πέτρα σε μεριά, το χώμα από την άλλη,
κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της την φέρει.
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του,
πολλά ποτάμια πέρασε και κάμπους με λουλούδια.
Στο δρόμο όπου πήγαινε, στο δρόμο που πηγαίνει,
παρακαλούσε κι έλεγε, παρακαλεί και λέγει:
- Να 'βρισκα την Αρετή εκεί που να χορεύει
τρεις δίπλες να 'ναι ο χορός κι η Αρετή στη μέση.
Κι όπως επαρακάλεσε έτσι και πάει την ήβρε:
Τρεις δίπλες να 'ναι ο χορός κι η Αρετή στη μέση.
Από μακριά την χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
- Αϊντε αδερφή να φύγουμε στη μάνα μας να πάμε.
- Αλίμονο αδελφάκι μου και τ' είναι τούτη η ώρα;
Κώστα μ' αν ήρθες για καλό, να έρθω όπως είμαι,
αν ήρθες για παρηγοριά τα μαύρα να φορέσω.
- Έλα Αρετή να φύγουμε κι ας είσαι όπως είσαι.
Κοντοζυγιάζει τ' άλογο, στα κάπουλα την βάνει.
Βέργα δίνει στ' άλογο κι αυτό το δρόμο παίρνει.
Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κελαηδούσαν,
δεν κελαηδούσαν σαν πουλιά κι ουδέ σαν χελιδόνια,
μωρ' κελαηδούσαν κι έλεγαν ανθρώπινη κουβέντα:
- Για δείτε εκεί τι γίνεται, παράξενο μεγάλο.
Πώς περπατούν οι ζωντναοί με τους απεθαμένους!
Κι η Αρετή σαν τ' άκουσε πολύ παραξενεύτη:
- Άκουσες Κωνσταντίνε μου τί λένε τα πουλάκια;
- Πουλάκια είν' κι ας κελαηδούν, πουλάκια είν' κι ας λένε.
Παρέκει όπου πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:
- Ποιος είδε κόρη όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος;
Παρέκει όπου διαβαίνανε κι άλλα πουλιά τους λένε:
- Δεν είναι κρίμα κι άδικο παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους;
- Άκουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Πώς περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους;
- Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλιάζουν.
- Κώστα μ' μυρίζεις της ηγής, μυρίζεις χωματέλες.
Φοβάμαι αδελφάκι μου, τις λιβανιές μυρίζεις.
- Εχτές βράδυ επήγαμε πέρα στον Αη - Γιάννη
και μας θυμιάτισε ο παπάς με περισσό λιβάνι.
Και παρεμπρός που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:
Για δες θάμα - π' ανάθεμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος.
Τ' άκουσε αλί η Αρετή και λύγισε η καρδιά της.
- Άκουσες Κωνσταντάκη μου τι λένε τα πουλάκια;
- Άφησ' Αρέτω τα πουλιά κι ό,τι κι αν θελ' ας λέγουν.
- Πες μου πού είν' τα κάλλη σου, πού είν' η λεβεντιά σου,
και τα ξανθιά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι;
- Έχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου.
Εκεί κοντά, εκεί σιμά στην εκκλησιά ζυγώνουν.
Γυρίζει τότε ο Κωνσταντής και λέει της αδελφής του:
- Ξέχασα το μαντήλι μου πίσω στο Άγιο Βήμα.
Σύρε Αρέτω μ' αμπροστά κι εγώ έρχομαι πίσω.
Βαριά χτυπά τ' αλόγου του κι απ' εμπροστά της 'χάθη.
Κι ακούει την πλάκα να βροντά, το χώμα να βουίζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους τους γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα,
βρίσκει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα,
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καριοφύλλι μαύρο,
βλέπει και το βασιλικό πολύ μαραγκιασμένο,
βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα
και τα σπιτοπαράθυρα βαριά μανταλωμένα.
Χτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν,
τη μάνα της εφώναξε, τη μάνα της φωνάζει.
- Ποιος είσαι 'συ που μου χτυπάς και μου φωνάζεις μάνα;
Αν είσαι φίλος διάβαινε κι αν είσαι εχτρός μου φύγε.
Κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω.
Κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.
- Σήκου μανούλα μ' άνοιξε, σήκου γλυκιά μου μάνα.
- Ποιος είναι αυτός που μου χτυπά και με φωνάζει μάνα;
- Άνοιξε μάνα μου γλυκιά 'τι εγώ είμαι η Αρετή σου.
- Αρέτω μου ποιος σ 'εφερε και ποιος θε 'λα σε πάει;
- Ο Κώστας όπου μ 'εφερε, αυτός θε 'λα με πάει.
- Ο Κώστας μου απέθανε και γυρισμό δεν έχει.
Ο Κώστας μου απέθανε και τα παιδιά μου όλα,
αυτά τα πήρε ο Χάροντας μαζί με τις νυφάδες...
Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο...
Вы можете поблагодарить пользователя, нажав эту кнопку







Комментарии 1
Ποιά παραλλαγή είναι αυτή; Το τελευταίο κομμάτι δεν υπάρχει στην επικρατούσα.
https://el.wikisource.org/wiki/%CE%A4%CE%BF%CF%85_%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%...
Έχεις κάποιο link για το πού τη βρήκες;